Η συμφωνία που αφορά την είσοδο της ουκρανικής MHP στη Νιτσιάκος αποτελεί την πιο πρόσφατη ένδειξη της συνεχιζόμενης αναδιάταξης στον ελληνικό κλάδο τροφίμων και ποτών. Η πτηνοτροφική εταιρεία της Ηπείρου, ένας από τους σημαντικότερους κάθετα ολοκληρωμένους παραγωγούς της χώρας, εντάσσεται σε καθεστώς διεθνούς μετοχικής συμμετοχής, στο πλαίσιο μιας σταδιακής διαδικασίας απόκτησης ελέγχου.
Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον, εντός του οποίου ο κλάδος των τροφίμων μετακινείται από ένα κατά βάση εθνικό και οικογενειακό μοντέλο παραγωγής προς διεθνοποιημένα επενδυτικά και βιομηχανικά σχήματα.
Το ντόμινο με αρχή την Ελαΐς
Το ντόμινο των αλλαγών έχει ιστορικές ρίζες ήδη από τη δεκαετία του 1960, όταν η Unilever εισήλθε στην Ελαΐς, εγκαινιάζοντας την ένταξη ισχυρών ελληνικών brands σε πολυεθνικά δίκτυα παραγωγής και διανομής.
Σταδιακά, σχεδόν όλες οι βασικές κατηγορίες τροφίμων και ποτών εντάχθηκαν σε διεθνή σχήματα μέσω εξαγορών και ενοποιήσεων χαρτοφυλακίων.
Καφές, ζυμαρικά και σνακ
Στον καφέ, ο Λουμίδης εντάχθηκε στη Nestlé, ενώ ο Bravo πέρασε στο χαρτοφυλάκιο της JDE Peet’s, στο πλαίσιο παγκόσμιων ανακατατάξεων στην αγορά ροφημάτων.
Στα ζυμαρικά, η Μisko εντάχθηκε στον ιταλικό όμιλο Barilla, σε μια χαρακτηριστική περίπτωση πλήρους ενσωμάτωσης ελληνικής παραγωγικής δραστηριότητας σε ευρωπαϊκό βιομηχανικό δίκτυο.
Στη σοκολάτα, η ιστορική βιομηχανία Παυλίδης εντάχθηκε στον όμιλο Mondelez International μέσω της εξαγοράς της Cadbury, ενώ στα σνακ η Tasty Foods πέρασε στον όμιλο PepsiCo.
Ποτά και μπίρα
Στον χώρο των ποτών, το Metaxa εντάχθηκε στο χαρτοφυλάκιο της Rémy Cointreau, ενώ το Ούζο 12 πέρασε στον όμιλο Campari, επιβεβαιώνοντας τη διεθνοποίηση ακόμα και προϊόντων με ισχυρή τοπική ταυτότητα.
Στη ζυθοποιία, η ελληνική αγορά έχει διαμορφωθεί γύρω από δύο βασικούς διεθνείς ομίλους. Η Heineken δραστηριοποιείται στην Ελλάδα μέσω της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, ενώ η Carlsberg έχει παρουσία μέσω της Ολυμπιακής Ζυθοποιίας, η οποία λειτουργεί ως τοπικό επιχειρησιακό σχήμα στο πλαίσιο διεθνών ενοποιήσεων δραστηριοτήτων. Η εικόνα αυτή δεν αποτυπώνει απλή εξαγορά ενιαίας ελληνικής εταιρείας, αλλά συγκέντρωση της αγοράς μπίρας σε δύο διεθνή δίκτυα παραγωγής και διανομής.
Η μεγάλη συμφωνία της Chipita
Ανάμεσα στις πλέον εμβληματικές συναλλαγές του κλάδου ξεχωρίζει η εξαγορά της Chipita από τη Mondelez International το 2021, σε ένα deal που αποτίμησε την ελληνική πολυεθνική των κρουασάν και των αρτοσκευασμάτων σε περίπου 2 δισ. δολάρια. Η συμφωνία σηματοδότησε την ένταξη ενός από τα πιο επιτυχημένα ελληνικά brands τροφίμων σε έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους σνακ παγκοσμίως, επιβεβαιώνοντας ότι οι ελληνικές εταιρείες μπορούν πλέον να αποτελούν στόχους εξαγορών όχι μόνο λόγω της θέσης τους στην εγχώρια αγορά, αλλά και εξαιτίας της διεθνούς παρουσίας, της τεχνογνωσίας και των δικτύων διανομής που έχουν αναπτύξει σε δεκάδες χώρες.
Από τα στρατηγικά deals στα funds
Ένα δεύτερο κύμα ανακατατάξεων στον κλάδο συνδέεται με την είσοδο των private equity funds στην ελληνική βιομηχανία τροφίμων.
Χαρακτηριστικότερη περίπτωση αποτελεί η Vivartia, με τα σήματα ΔΕΛΤΑ, Μπάρμπα Στάθης, Goody’s και Everest, η οποία πέρασε υπό τον έλεγχο του CVC Capital Partners.
Η συναλλαγή θεωρήθηκε σημείο καμπής για την αγορά, καθώς ένα από τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια επώνυμων τροφίμων και εστίασης της χώρας βρέθηκε για πρώτη φορά υπό τον έλεγχο διεθνούς επενδυτικού κεφαλαίου, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από το παραδοσιακό βιομηχανικό μοντέλο ιδιοκτησίας σε ένα νέο περιβάλλον χρηματοοικονομικών επενδύσεων και ενεργητικής διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.
Ιχθυοκαλλιέργεια και θαλασσινά
Ο κλάδος της ιχθυοκαλλιέργειας αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις συγκέντρωσης στον αγροδιατροφικό τομέα.
Οι εταιρείες Νηρέας, Σελόντα και Ανδρομέδα εντάχθηκαν σε επενδυτικά σχήματα των AMERRA Capital Management και Mubadala Investment Company, οδηγώντας στη δημιουργία της Avramar ως ενιαίου παραγωγικού ομίλου. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία μετάβασης προς τον καναδικό όμιλο Cooke Aquaculture.
Παράλληλα, στον κλάδο ιχθυοκαλλιεργειών, η Grupo Profand έχει αποκτήσει πλειοψηφική συμμετοχή στα Ιχθυοτροφεία Κεφαλονιάς, ενισχύοντας την παρουσία ισπανικών κεφαλαίων στον χώρο της μεσογειακής παραγωγής.
Στον τομέα της μεταποίησης θαλασσινών, η Καλλιμάνης έχει περάσει στον έλεγχο της τουρκικής Dardanel, επιβεβαιώνοντας ότι η διεθνοποίηση εκτείνεται σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας και όχι μόνο στην πρωτογενή παραγωγή.
Οι πρώτες ύλες αρτοποιίας
Στον χώρο των πρώτων υλών αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής, η Στέλιος Κανάκης ΑΒΕΕ, εισηγμένη εταιρεία, πέρασε σταδιακά υπό τον έλεγχο του νορβηγικού ομίλου Orkla μέσω της Orkla Food Ingredients, ενώ σημαντικές εξαγορές ελληνικών εταιρειών στον ίδιο κλάδο έχει κάνει και ο όμιλος SwitzGroup, επενδυτικός βραχίονας για τον κλάδο των τροφίμων του Ινδού δισεκατομμυριούχου Taizoon Khorakiwala.
Ανθεκτικά "οχυρά"
Παρά τις διαδοχικές εξαγορές και τις αλλαγές ιδιοκτησίας που έχουν καταγραφεί σε πολλές κατηγορίες τροφίμων, ορισμένοι τομείς εξακολουθούν να διατηρούν ισχυρό ελληνικό αποτύπωμα. Το γιαούρτι, το αλεύρι, το εμφιαλωμένο νερό, τα όσπρια, το ρύζι, το κρασί, ο χαλβάς και η αρτοποιία παραμένουν πεδία όπου πρωταγωνιστούν επιχειρήσεις όπως η ΦΑΓΕ, η Κρι Κρι, τα Ελληνικά Γαλακτοκομεία, η ΜΕΒΓΑΛ, η Ε.Ι. Παπαδόπουλος, η Elbisco, οι Μύλοι Λούλη, ο Καραμολέγκος, η Ηπειρωτική Βιομηχανία Εμφιαλώσεων (Βίκος), η Χήτος, η Agrino, η 3ΑΛΦΑ, η Cavino, τα Ελληνικά Οινοποιεία, το Κτήμα Άλφα και οι Αφοί Χαΐτογλου.
Η ανθεκτικότητα αυτών των κλάδων συνδέεται με την ισχυρή εγχώρια παραγωγική βάση, τη διατήρηση οικογενειακών μετοχικών σχημάτων και τη μικρότερη συγκέντρωση της αγοράς, παράγοντες που περιόρισαν μέχρι σήμερα την ένταση των εξαγορών σε σύγκριση με άλλους τομείς της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών.
Η επιστροφή ελληνικών κεφαλαίων
Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται και μια αντίρροπη τάση επαναπατρισμού επιχειρήσεων και brands.
Η Μινέρβα, η παλαιότερη ελαιουργία της χώρας, επέστρεψε σε ελληνικό επενδυτικό έλεγχο και αναδιαμορφώθηκε ως ενεργός βιομηχανικός παίκτης, ενώ η Μπάρμπα Στάθης πέρασε στην Ideal Holdings, σηματοδοτώντας την ενίσχυση ελληνικών επενδυτικών σχημάτων σε στρατηγικούς κλάδους τροφίμων.
Η Δωδώνη κατέληξε στον όμιλο Ελληνικά Γαλακτοκομεία, έπειτα από διαδοχικές φάσεις διεθνούς και επενδυτικής ιδιοκτησίας, επιβεβαιώνοντας την κυκλικότητα που χαρακτηρίζει πλέον την αγορά.
Ένα νέο ισοζύγιο ισχύος
Οι εξαγορές και οι επιχειρηματικές ανακατατάξεις των τελευταίων δεκαετιών δεν άλλαξαν τη θέση της Ελλάδας ως σημαντικής παραγωγικής δύναμης στον κλάδο των τροφίμων και ποτών, αλλά αναδιαμόρφωσαν τον χάρτη της επιχειρηματικής ισχύος. Τα είδη διατροφής εξακολουθούν να αποτελούν τη μεγαλύτερη συνιστώσα της ελληνικής μεταποίησης, με κύκλο εργασιών 26,2 δισ. ευρώ, εξαγωγές 7,4 δισ. ευρώ, 376.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας και επενδύσεις που υπερβαίνουν τα 7 δισ. ευρώ.
Πίσω όμως από τα προϊόντα που βρίσκονται καθημερινά στο ελληνικό τραπέζι, το ιδιοκτησιακό τοπίο έχει αλλάξει ριζικά. Από τον καφέ και τα ζυμαρικά μέχρι τα γαλακτοκομικά, τα ποτά και τις ιχθυοκαλλιέργειες, πολλά από τα πιο αναγνωρίσιμα σήματα της αγοράς αποτελούν πλέον μέρος μεγαλύτερων επιχειρηματικών σχημάτων με έδρα εκτός Ελλάδας. Η παραγωγή παραμένει στη χώρα, όμως οι στρατηγικές αποφάσεις λαμβάνονται ολοένα και συχνότερα σε διεθνή κέντρα διοίκησης. Το αποτέλεσμα είναι ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης για την ελληνική βιομηχανία τροφίμων, όπου η τοπική παραγωγική βάση συνδέεται όλο και περισσότερο με παγκόσμια δίκτυα κεφαλαίων, διανομής και εμπορίου.
Πηγή; CAPITAL.GR
